αναλκής

αναλκής
ης, ες слабый, бессильный

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "αναλκής" в других словарях:

  • αναλκής — ἀναλκής, ές (Α) βλ. ἄναλκις. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν στερ. + ἀλκή. ΠΑΡ. αρχ. ἀνάλκεια] …   Dictionary of Greek

  • ἀναλκής — Aër. masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλκῆ — ἀναλκής Aër. neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀναλκής Aër. masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἀναλκής Aër. masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλκές — ἀναλκής Aër. masc/fem voc sg ἀναλκής Aër. neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλκέστατα — ἀναλκής Aër. adverbial superl ἀναλκής Aër. neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναλκέστερα — ἀναλκής Aër. neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Analcim — Fast farbloser, ikositetraedrischer Analcim aus Thura in der russischen Region Tunguska (4,3 x 4,1 x 3 cm) Chemische Formel Na[AlSi2O6]·H2O[1] …   Deutsch Wikipedia

  • αλκή — η (Α ἀλκή) η σωματική ισχύς που μετουσιώνεται σε δράση 2. ψυχική δύναμη, ανδρεία, θάρρος, ευψυχία (σε διάκριση από τη ρώμη που σημαίνει απλώς τη σωματική δύναμη νεοελλ. ακμή τών σωματικών δυνάμεων, ρώμη, ευρωστία, σφρίγος αρχ. 1. η δύναμη γενικά… …   Dictionary of Greek

  • ανάλκεια — ἀνάλκεια, η (Α) [ἀναλκής] έλλειψη αλκής, αδυναμία, δειλία …   Dictionary of Greek

  • γυιαλκής — γυιαλκής, ές (Α) με δύναμη στα μέλη τού σώματος («γυιαλκὴς ἥβη, παλαισμοσύνη κ.λπ.»). [ΕΤΥΜΟΛ. < γυίον + αλκής < αλκή «δύναμη» (πρβλ. αναλκής, αρισταλκής, ετεραλκής)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»